Η Λέσβος λίγο μετά το 1912
Ο Μίκος (Μιχαήλ) Ν. Πεσματζόγλου στο αφιέρωμά του παρουσιάζει μια σύντομη αλλά πλούσια ιστορική και πολιτιστική αναδρομή της Λέσβου, ενός νησιού με ιστορία σχεδόν 3.000 ετών. Ο συγγραφέας εστιάζει ιδιαίτερα στην περίοδο της απελευθέρωσης από τους Οθωμανούς το 1912, περιγράφοντας τον ρόλο της Μυτιλήνης στη Φιλική Εταιρεία, τις δυσκολίες της επανάστασης και τα γεγονότα που ακολούθησαν, όπως η σφαγή στην Πατωμένη και τα «φόβια» – μια περίοδος βίας μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1912. Παράλληλα, τονίζει την ανάπτυξη της παιδείας (σχολεία, γυμνάσια, βιβλιοθήκες) και την καθημερινή ζωή των κατοίκων μετά την απελευθέρωση, με έμφαση στον πολιτισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά και τις προκλήσεις, όπως η έλλειψη ψωμιού το 1914.Μέσα από ιστορικά στοιχεία, ποιήματα και μαρτυρίες, ο Πεσματζόγλου αναδεικνύει τη διαχρονική αξία της Λέσβου, προσφέροντας μια νοσταλγική και συναισθηματική ματιά στην ιστορία της, ενώ παράλληλα σχολιάζει την επανάληψη πολιτικών μοτίβων με διαφορετικά πρόσωπα, ακόμη και σήμερα. Στο τέλος του άρθρου μπορείτε διαβάσετε σε αρχείο pdf την πλήρη έκδοση.

Γράφει ο Μίκος (Μιχαήλ) Ν. Πεσματζόγλου
Λέσβος (Μακαρία παλαιότερα), νησί με ιστορία κοντά 3000 χρόνων. Πολλά αναφέρονται ως προς τους πρώτους κατοίκους και φυσικά τίποτα δεν μπορεί να αποδειχθεί με απόλυτη ακρίβεια... Αιολείς και Πελασγοί βασικά «μαλώνουν» για το ποιοί κατοίκησαν πρώτοι την Λέσβο... Προ ή μετά τον κατακλυσμό... (κι αυτό δεν έχει σημασία)... Κατά μία μυθολογική παράδοση (από τις πολλές) λέγεται ότι ο Θεσσαλός Λέσβος κατοίκησε αρχικά στο νησί.
Ο Όμηρος στην Ω ραψωδία της Ιλιάδας την αποκαλεί Μάκαρο έδος (βασίλειο/χώρα του Μάκαρος)…
«καὶ σέ, γέρον, τὸ πρὶν μὲν ἀκούομεν ὄλβιον εἶναι·
ὅσσον Λέσβος ἄνω, Μάκαρος ἕδος…»
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του οικοδομήθηκαν πέντε πόλεις που έφεραν τα ονόματα των κορών του: την Μυτιλήνη, την Μήθυμνα, την Άντισσα, την Πύρρα και την Ερεσό…, αλλού όμως συναντούμε άλλες εξηγήσεις και υποθέσεις (μυθολογία γαρ)...
Πιττακός ο Μυτιληναίος, ένας από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας. Σ’ εκείνον αποδίδεται, κατά πολλούς, και το:
«Ο τρόπος που το δίνεις, έχει μεγαλύτερη αξία από το ίδιο το δώρο»!
Οι ομορφιές του νησιού τραγουδήθηκαν από την Σαπφώ, τον Αρίωνα και τον Αλκαίο, περιγράφηκαν από τον Εφταλιώτη, τον Μυριβήλη, τον Ελύτη, τον Βενέζη, τον Πανσέληνο, τον Βερναρδάκη, και τόσους άλλους, ζωγραφίστηκαν από τον Ιακωβίδη, τον Κανέλλη, τον Θεόφιλο και πολλούς ακόμα.
Η διαχρονική ιστορία του νησιού δεν έχει να «ζηλέψει» τίποτα από εκείνην της υπόλοιπης Ελλάδας: πολιτικές διαμάχες, ίντριγκες, έρωτες, κουτσουμπολιό, επιστήμη.
Διαβάζοντας τα παρακάτω, πιστεύω ότι μπορεί να σας δώσω μια νότα νοσταλγίας, συναισθηματισμού, ρομαντισμού, και μεταφυσικής πνευματικής μεταφοράς στην Λέσβο της εποχής μετά το 1912.
Μέσα από όλα αυτά που διάβασα, βιβλία, εφημερίδες, άρθρα, ακούσματα κι οτιδήποτε σχετικό, πολλές φορές ουγκράντσα από αυτά που διάβαζα, και καπαντίστηκε η ψυχή μου από όλα αυτά που γινόντουσαν και... δυστυχώς βλέπω ότι εξακολουθούν να γίνονται με απλές εναλλαγές προσώπων.
«Ακούσας νόει», μας είχε πει ένα Δελφικό παράγγελμα. Ας το έχουμε αυτό υπόψιν διαβάζοντας τα παρακάτω στοιχεία.
Η Μυτιλήνη και γενικά το νησί είχαν αρκετά σημαντικό ρόλο σε γεγονότα για την απελευθέρωση από τους τούρκους. Βέβαια και εδώ είχαμε την απόσταση από την κεντρική επαναστατημένη χώρα σαν εμπόδιο. Οι συνθήκες της εποχής ήταν εναντίον μιας ολοκληρωμένης δράσης επαναστατών στο νησί. Σε κάθε περίπτωση έχουμε την σημαντική αναφορά ότι από την αρχή της Φιλικής Εταιρείας η Μυτιλήνη είχε σχέση με την οργάνωση και ρόλο και μάλιστα της είχε δοθεί κι κωδικός αριθμός «66» ώστε στα έγγραφα να αναφέρεται με αυτόν για να μην υποπτεύονται κάτι οι τούρκοι.
Πέρασαν πολλά χρόνια από την καταστροφή του τουρκικού δικρότου στην Ερεσό, από τα αντίποινα, από την σφαγή στην Πατωμένη, από διάφορα άλλα γεγονότα βίας. Οι κάτοικοι του νησιού ασχολήθηκαν με την καθημερινή τους ζωή δίνοντας ταυτόχρονα μεγάλη έμφαση σε πολιτισμό και γράμματα.
Το 1913 ο πληθυσμός του νησιού ήταν περίπου 138.538 κάτοικοι (με βάση τις απογραφές του 1908 και του 1912) όπου 120.366 Έλληνες και 18.172 μουσουλμάνοι (τα στοιχεία είναι από τους στατιστικούς πίνακες της οικονομικής υπηρεσίας Μυτιλήνης επί τουρκικής διοικήσεως).
Το 1912 σχεδόν σε όλες τις πόλεις και στα χωριά λειτουργούσαν σχολεία. Στην Μυτιλήνη επιπλέον λειτουργούσαν κι ένα 6τάξιο Γυμνάσιο κλασσικό με 288 μαθητές και 13 καθηγητές, μια 6τάξια Αστική σχολή με 974 μαθητές και 16 καθηγητές κι ένα 9τάξιο Παρθεναγωγείο με 770 μαθήτριες και 17 διδάσκοντες, η δε βιβλιοθήκη του Γυμνασίου περιελάμβανε περίπου 3000 τόμους βιβλίων.
Στις 26 Μαρτίου 1910 στην εφημερίδα ΣΚΟΡΠΙΟ διαβάζουμε (και ουσιαστικά δεν είναι στιγμιαία διαπίστωση, ούτε φυσικά μόνο Λεσβιακή):
*«Λίγας φιλοσοφικάς κι ο Μιχάλης κάνει σκέψεις
Δια τας βασιλικάς εις την Πόλιν επισκέψεις:
Πάνε πειά τα ψέμματα και τα παραμύθια.
Δύναμις εγίναμεν Ευρωπαϊκή!
Βασιλείς μας έρχονται κι όχι κολοκύθια
φίλους να μας έχουνε στην Πολιτική.
Τεμενά μας κάνουν και μας προσκυνούνε
κι’ όλοι μας θαυμάζουν και μας επαινούν
κι’ όταν για φιλίες μας γλυκομιλούνε,
όσα πρίν μας είπαν τώρα τα ξεχνούν.»*
Βέβαια και εμείς οι ντόπιοι κατά καιρούς δίνουμε κάποια ή για να το πώ καλύτερα μεγάλα δικαιώματα να σχολιαζόμαστε… αρνητικά.
Για παράδειγμα τις μεγάλες καθυστερήσεις και κακοδιαχειρίσεις σχετικά με το άγαλμα της ελευθερίας στην Μυτιλήνη όπου, κατά τον Μυριβήλη, η... «χιλιοκατουρημένη λευτεριά!»,... όπως πολύ παραστατικά έγραψε σε σκωπτικό σχολιασμό του, διότι το άγαλμα αφού ετοιμάστηκε και πήγε στον χώρο του τελωνείου, τοποθετήθηκε κατά γης για πολύ καιρό-χρόνια και έγινε χώρος εναπόθεσης «εσωτερικών λυμάτων» διαφόρων ζωντανών ανθρώπων τε και ζώων... ώσπου έλεος πιά...
(Ας θυμηθούμε, με ότι μας λέει αυτό, ότι ο σχεδιασμός του αγάλματος είναι του Ιακωβίδη, και ο συντονισμός της ανεγέρσεως του μνημείου ανατέθηκε στον Τσίλλερ).
Η Μυτιλήνη ελευθερώθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1912 από τον Ελληνικό Στόλο του Αιγαίου.
Τα εμφανή ιστορικά στοιχεία της απελευθέρωσης είναι γνωστά και καταγεγραμμένα και εν πολλοίς νωπά τα ακούσματα από τις γιαγιάδες μας και τους παππούδες μας που τα έζησαν.
Η περίοδος μεταξύ της κατάληψης της Μυτιλήνης και της οριστικής απελευθέρωσης του νησιού (Δεκέμβριος 1912), ήταν δυστυχώς μια δύσκολη χρονική περίοδος όπου μεσολάβησαν πολλές ακρότητες από τουρκικής πλευράς στο εσωτερικό του νησιού, ονομάστηκε δε η περίοδος αυτή «φόβια». Φυσικά υπήρξαν αναπόφευκτα αντεκδικήσεις κι από Έλληνες σκλαβωμένους. Αλλά μέχρι σχεδόν την πλήρη απελευθέρωση του νησιού η περιοχή Καλλονής ίσαμε τον Μόλυβο, κατά το πλείστον, ελέγχονταν από τούρκους άτακτους.
-Μια ενδιαφέρουσα αναφορά στην περίοδο αυτή γίνεται στο lesvosnews.net και διαβάζουμε:
*«... Στη μεταβατική περίοδο του ενός μήνα, από τις 8 Νοεμβρίου έως τις 8 Δεκεμβρίου, που υπογράφτηκε το πρωτόκολλο παράδοσης του τουρκικού στρατού στο ύψωμα Πετσοφάς, μετά την πολύνεκρη μάχη, και απελευθερώθηκε ολόκληρη η Λέσβος, στην ύπαιθρο έγιναν τρομερά κακουργήματα από Τούρκους ατάκτους, με αρχηγό τους τον Κεμάλ αγά, πρώην αστυνομικό στην Καλλονή. Συνελάμβαναν χριστιανούς, τους ξυλοκοπούσαν άγρια και τους αποσπούσαν χρηματικά ποσά. Σκότωναν, ρήμαζαν χριστιανικά χωριά και ήταν ο τρόμος και ο φόβος από όπου περνούσαν.
Αυτή την περίοδο ο αγροτικός πληθυσμός την ονομάτισε τα «φόβια». Όμως τα γεγονότα βίας και η εγκληματικότητα θα ήταν πολλαπλάσια, εάν δεν επενέβαινε ο διοικητής του τουρκικού στρατού Αμπτούλ Γκανί, τίμιος στρατιωτικός. Καταδίκασε τη συμπεριφορά του Κεμάλ αγά και περιόρισε όσο μπόρεσε την απάνθρωπη δράση τους. Και από την πλευρά όμως των χριστιανών έγιναν άγρια εγκλήματα με τη δικαιολογία της άμυνάς τους, ενώ βαθύτερο κίνητρο στις πράξεις τους ήταν η εκδίκηση.
Στις 2 Δεκεμβρίου 1912 το ελληνικό πολεμικό «Αρκαδία» εμφανίστηκε μπροστά στο λιμάνι της Μήθυμνας. Μέσα στο λιμάνι βρίσκονταν πολλά καΐκια χριστιανών και τούρκων. O διοικητής του «Αρκαδία», επειδή υποψιαζόταν πως αυτά τα καΐκια θα μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν οι Τούρκοι, για να μεταφέρουν ενισχύσεις από τη Μ. Ασία, έστειλε ένα σημαιοφόρο με μια βενζίνα με λευκή σημαία και ζήτησε από τις τουρκικές αρχές της Μήθυμνας να του παραδώσουν τα τιμόνια των καϊκιών του λιμανιού. Οι τουρκικές αρχές αρνήθηκαν.
Το «Αρκαδία» βομβάρδισε το λιμάνι, κατέστρεψε τα καΐκια, το Λιμεναρχείο, το Τελωνείο και το Υγειονομείο.
Κατατρόμαξαν οι Τούρκοι με την επιτυχία και ακρίβεια των ελληνικών βολών. Με την πρώτη βολή κόπηκε στα δύο ο ιστός του Λιμεναρχείου, όπου κυμάτιζε η τουρκική σημαία. …»*
(Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι τις ιστορίες αυτές τις γνωρίζω από «πρώτο χέρι». Ουσιαστικά από τα απομνημονεύματα του καπετάν Κουτσούκου, πολιτικού πλοιάρχου του Αρκαδία πριν την επίταξη και που παρέμεινε σε αυτό, και σε αυτήν την θέση, σε όλη την διάρκεια των πολέμων, κι ο οποίος ήταν παππούς της συζύγου μου).
Τελικά, κι ευτυχώς, το νησί ελευθερώθηκε. Οι δοξολογίες έγιναν, οι σημαίες υψώθηκαν, οι παρελάσεις «έδωσαν και πήραν». Η ζωή γενικά συνεχίστηκε μέσα σε ένα χαρμόσυνο περιβάλλον και χωρίς ιδιαίτερες αντεκδικήσεις στους οθωμανούς που έμειναν για κάποια λίγα ακόμα χρόνια στο νησί.
Η κοινωνία μπήκε σε κάποιο αυλάκι της καθημερινότητας και οι Μυτηλινιοί συνέχισαν να πορεύονται στον δρόμο της ζωής. Πανηγύρια, δεξιώσεις στον κήπο ή κι αλλού συνεχίστηκαν, συγκεντρώσεις στα σπίτια, οι κινηματογράφοι έφερναν σύγχρονα έργα. Βέβαια πάντα η ζωή έχει δύο όψεις, εκείνων που έχουν κι εκείνων που δεν έχουν. Οι δεύτεροι προσπαθούν και προσπαθούν αλλά πολλές φορές δυσκολεύονται. Αυτό θα φανεί έντονα σταδιακά μέσα στα λίγα επόμενα χρόνια όταν θα αρχίσουν να έρχονται κι οι πρόσφυγες από τους διωγμούς των τούρκων που γινόντουσαν συνεχώς μέχρι το 1923. Ήδη το 1914 υπολογίζεται ότι οι πρόσφυγες στο νησί από τα απέναντι παράλια και περιοχές ξεπερνούσαν τις 60.000!
Οι συνήθειες των Μυτιληνιών (Λεσβίων γενικά) παρέμειναν αναλείωτες διαχρονικά είτε στα περασμένα, είτε στα επόμενα χρόνια.
Δεξιώσεις στον κήπο Ιούνιος του 1912, χοροεσπερίδες τον Ιούνιο του 1914.
Αξίζει εδώ να δούμε δύο χαρακτηριστικά συμβάντα του 19ου αιώνα… αλλά μην πει κανείς ότι δεν ισχύουν και σήμερα…
Τον Μάιο του 1844 ήλθε για επίσκεψη στο νησί ο σουλτάνος Αμπτούλ Μετζίτ. Στην υποδοχή και στις εκδηλώσεις υπήρχαν και άνδρες και γυναίκες (στο νησί πάντα οι γυναίκες είχαν την ίδια θέση με τους άνδρες όπως διαβάζουμε σε ιστορίες περιηγητών διαχρονικά). Ο σουλτάνος βλέποντας την αμφίεση των Χριστιανών γυναικών ξαφνιάστηκε από την πολυτέλεια και τα λούσα, και… διέταξε τους Μυτιληνιούς να πληρώσουν όλους τους οφειλόμενους φόρους από το 1839 λέγοντας ότι «εσείς έχετε χρήματα».
Το χούι της προσφοράς άφθονων γλυκών που υπήρχε στην Σμύρνη καθιερώθηκε σταδιακά και στην Μυτιλήνη, από τις εκεί νοικοκυρές. Οι Μυτιληνιοί απελπισμένοι από την αλόγιστη αυτή σπατάλη των συζύγων τους, ζήτησαν το 1835 από τα Πατριαρχεία την επέμβασή τους. Ο Πατριάρχης τότε Γρηγόριος ο ΣΤ βρήκε δίκαιο το αίτημά τους κι εξέδωσεν εγκύκλιο τον Γενάρη του 1836 με αφορισμόν!!! Η εγκύκλιος διαβάστηκε σε όλους τους ναούς κι έγραφε…
«Εκείνος που θα έστελνε εν καιρώ αρραβώνος κάντια, μπακλαβά, ή γεμιστά γλυκά «εκηρύσσετο πολέμιος της κοινής ευνομίας και ασυγχώρητος και μετά θάνατον αλύωτος και τυμπανιαίος»
Η καθημερινότητα έπλεκε σταδιακά τους ιστούς της και λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν το τι γινόταν υπογείως/πολιτικά. Βέβαια κάποιοι από τους πολίτες ήταν ψιλιασμένοι, αλλά έως εκεί. Ο στόλος ερχόταν συχνά στην Μυτιλήνη και οι χοροί με τις ωραίες εμφανίσεις των κυριών ήταν στην ημερήσια «διαταγή». Οι πολιτικοί αντήλλασσαν τις απόψεις τους και τις διαφωνίες τους φωναχτά κι ο εμπορικός κόσμος προσπαθούσε να βρεί νέες αγορές και νέες τροχιές. Καινούργια σπίτια χτίστηκαν, οι τηλεφωνικές συνδέσεις συνεχώς αύξαναν σ’ όλο το νησί, και η ζωή έδειχνε να προχωρεί ευχάριστα.
Γεγονότα όπως αυξήσεις τιμών, ελλείψεις προϊόντων και άλλα παρόμοια φυσικά δεν έλειπαν ιδιαίτερα όσο, όπως προ-είπα, αυξανόταν ο πληθυσμός του νησιού με τους πρόσφυγες.
Χαρακτηριστικά, έλλειψη ψωμιού τον Αύγουστο του 1914…
«ψωμί ψωμί εφώναζαν όλοι και ορμούσαν κατά των ερμαρίων και λοιπών εξαρτημάτων των αρτοποιείων».
Η παραγωγή του ψωμιού δεν κάλυπτε καθόλου την ζήτηση κι ο κόσμος δυσανασχέτησε. Όπως γράφτηκε στις εφημερίδες της εποχής…
«σμήνη ανθρώπων, πεινασμένων, έτρεχαν να ανακαλύψουν ένα τεμάχιο άρτου!!!»

Το πρόβλημα των αλεύρων δεν ήταν μόνο Λεσβιακό, αλλά ειδικά για την Μυτιλήνη η εξήγηση ήταν απλή. Δόθηκε πριν κάποιες μέρες εντολή στην αστυνομία να καταγράψει τα αποθέματα αλεύρων-σάκων, αλλά αντί να τα καταγράψει βασίστηκε στο τι είπαν οι έμποροι αλευροπώλες. Εκείνοι όπως πολλοί ισχυρίζονταν απέκρυψαν τις αληθινές ποσότητες δηλώνοντας λιγότερες. Στην συνέχεια δόθηκε το δικαίωμα στους μεν αλευροπώλες να ανεβάσουν τις τιμές από 28 σε 41 δραχμές το σακκί, δεν επετράπει και στους αρτοπώλες να ανεβάσουν κι εκείνοι την τιμή ανάλογα, με αποτέλεσμα να αγοράζουν λιγότερα άλευρα και να κάνουν λιγότερες ποσότητες ψωμιού (που δεν επαρκούσε).
Αντίστοιχο παρεμφερές συμβάν με έλλειψη ψωμιού και σχετικές καταγγελίες μέσω εφημερίδων μπορούμε να βρούμε και το 1916 (Φωνή του Λαού Νοέμβριος 1916)
.

Στις 3, 4 και 5 Ιανουαρίου του 1913 στην Μυτιλήνη, στο Πλωμάρι και σε άλλες πόλεις και χωριά του νησιού (Γέρα, Αγιάσο, Πολιχνίτο) μετά από διαβουλεύσεις και συζητήσεις έγιναν μεγάλες προκαταβολικά διαδηλώσεις/συλλαλητήρια για να διατρανωθεί το φρόνημα των κατοίκων ότι δεν δέχονται καμιά λύση πλην της παραμονής της ελεύθερης Λέσβου στην Ελλάδα. Μάλιστα πάνω από 10.000 Πλωμαρίτες έφθασαν στην Μυτιλήνη για να επιδώσουν ψηφίσματα στα υποπροξενεία και στις αρχές της πόλεως.
Στον περίβολο του Γυμνασίου Μυτιλήνης όπου μαζεύτηκε πλήθος κόσμου διατρανώθηκε η αντίθεση του λαού στα σχέδια της Ιταλίας, Γερμανίας και Αυστρίας για πονηρές πολιτικές μεθοδεύσεις με το νησί. Το ψήφισμα που εκδόθηκε τότε και που παραδόθηκε στον διοικητικό επίτροπο του νησιού ήταν πατριωτικό και αποφασιστικό. Κανείς ούτε οι επίσημοι δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι στις περίεργες αυτές διαδικασίες συμμετέχουν και Έλληνες πολιτικοί, όπως αποδείχτηκε αργότερα.
Στις εφημερίδες των ημερών αυτών διαβάζουμε αποσπάσματα όπως:
«Δύναται η Ευρώπη να σκέπτεται και να ενεργεί και να προτείνει ότι θέλει διά την τύχην των νήσων, πρέπει όμως να έχει υπ’ όψιν ότι κι ο Ελληνικός λαός δεν είναι ο λαός της άλλοτε, ο υποκύπτων εις πάσαν εκμετάλλευσιν»
Αναπόφευκτα η καθημερινή ζωή συνεχίζεται και η οκά το ψωμί έχει 0,45 δραχμές η Α ποιότητα και 0,40 η Β ποιότητα, το κρέας το βόειον 1,50 η οκά, τα μπαρμπούνια 2 δραχμές η οκά, ο αστακός 1.80 η οκά, κλπ.
Τράπεζες, βιοτεχνίες, σαπωνοποιίες, λαδάδικα, αντιπροσωπείες, ασφαλιστικές εταιρείες, εμπορικά καταστήματα, ξενοδοχεία, λουτρά, και άλλες οικονομικής δραστηριότητας επιχειρήσεις αναπτύσσονταν στο νησί καθημερινά δίνοντας την διαφορετικότητα των κατοίκων.
Η αθλητική δραστηριότητα των κατοίκων θαυμαστή.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη συμφώνησε να δώσει κάποιες παραστάσεις στο θέατρο «Αλκαίον», ο δε θίασος Απέργη στο θέατρο «Καψιμάλη». Στον κινηματογράφο «ΣΑΠΦΩ» οι ταινίες διασκέδαζαν τον κόσμο.
Τα αυτοκίνητα (αλλά με καρόδρομους) άρχισαν να «γεμίζουν» το νησί, γνωστή η διαφήμιση του 1915 για το Double Phaeton, με κόστος 4000 δραχμές.
Μαθηματικό φροντιστήριο προπαρασκευαστικό για την σχολή Δοκίμων, την σχολή Ευελπίδων και το Πολυτεχνείο, διαφημιζόταν από τουλάχιστον το 1915.
Σε πολλές περιπτώσεις η κοινωνική βοήθεια ήταν θαυμαστή (έρανοι συχνοί και για πολλά θέματα). Εντύπωση προκαλεί η οικονομική βοήθεια στις χανούμισες το 1914 –των οποίων οι άνδρες λόγω ασθενείας δεν είναι σε θέση να εργασθώσι-, κάτι βέβαια που σχολιάστηκε μ’ ανάμικτα αισθήματα αρνητικά κάνοντας σύγκριση με το τι τραβάνε οι ομογενείς μας στην τουρκία, και με υπερηφάνεια διότι «δεν τους μοιάζουμε».
Από την άλλη η σκωπτική προσέγγιση σε περίεργα θέματα πάντα ήταν στο αίμα των Λεσβίων. Διαβάζουμε στον «ΔΙΑΒΟΛΟ» του Απριλίου 1916:
«Εδώ κύριοι βλέπετε παιδιά 10-12 χρονών να μεθυσκούν και να αισχρολογούν έξω από τα χαμαιτυπεία. Παρακαλούμε την Αστυνομίας μας να φροντίση την εξάλειψιν της ανορθογραφίας αυτής, εκτός εάν έχει σκοπόν να δημιουργήση από τη Μυτιλήνη μας… επιφανείς άνδρας»
Η ζωή συνεχιζόταν ανέμελα, ή με τους καθημερινούς της ρυθμούς, πιστεύοντας ότι η κατάκτηση της ελευθερίας και η ένωση με την Ελλάδα ήταν πλέον γεγονός. Ο απλός και πολύς κόσμος πού να φανταστεί όλα όσα συζητούντο, και εν πολλοίς ακόμα και Έλληνες πολιτικοί ηγέτες είχαν στο μυαλό τους, όπως για παράδειγμα να επιστραφεί η Λέσβος στους τούρκους (κι όχι κι η Χίος που κι αυτήν την ήθελαν οι τούρκοι, αλλά οι πλούσιοι Χίοι της Αγγλίας είχαν εναντιωθεί στην ιδέα), ή να αλλάξει το καθεστώς διακυβέρνησης της Λέσβου κάτι που και σ’ αυτό συμφωνούσαν οι τούρκοι.
Από την πρώτη στιγμή που απελευθερώθηκαν τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου άρχισαν οι πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ Γάλλων, Ιταλών, Γερμανών, Αυστριακών, Ρώσσων κι Άγγλων για την τύχη τους. Η μεσολάβηση της Ρουμανικής κυβέρνησης είχε επίσης μεγάλη σημασία. Τα αρχεία των υπουργείων εξωτερικών των χωρών αυτών δείχνουν μέσω των τηλεγραφημάτων της εποχής εκείνης που δημοσιεύουν το τι παιζόταν πίσω από τις πλάτες του λαού μας που πίστευε ότι πάει ελευθερώθηκε και τέλειωσε η υπόθεση.
Συζητήσεις πάνω σε προτάσεις για συμφωνίες, δούνε και λαβείν, τι συμφέρει τον έναν τι τον άλλον, προσωπικές κοϊδικές, αυτά ήταν τα σημαντικά. Φυσικά ήταν πολλές οι προτάσεις και δεν σημαίνει ότι έστω κι αν συζητιόντουσαν θα ήταν αποδεκτές αλλά στα αφτιά και στην νοοτροπία ενός μετέπειτα ερευνητή της ιστορίας κάποια θεωρούνται απαράδεκτα ακόμα και για συζήτηση. Από την άλλη, το τι ήθελε ένας λαός σκλαβωμένος για 400 χρόνια κι απελευθερωμένος… κανέναν δεν ενδιέφερε.
Μέσα από τα σχετικά αρχεία και τα τηλεγραφήματα (ενδεικτικά αναφέρω) βλέπουμε…
Στις 29 Οκτωβρίου του 1913 ένα θέμα που ηγέρθει από την Ιταλική πλευρά: αν η Αγγλία πιστεύει ότι το θέμα των νησιών έχει πλέον οριστικοποιηθεί!!! Ή τι θα κάνει η κυβέρνηση της Αγγλίας αν με κάποιο τρόπο η Τουρκία καταφέρει να ανακτήσει κάποια από τα νησιά!!!
Το Απρίλιο του 1914 διαβάζουμε σε τηλεγράφημα του Sir Edward Grey (υπουργός εξωτερικών Αγγλίας) στον Sir L. Mallet (πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη) ότι ο τούρκος πρέσβης ενημέρωσε τον Sir Nicolson A. (υφυπουργός εξωτερικών) ότι οι δυνάμεις θα απευθυνόντουσαν στην Ελλάδα σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου!!! Ο Tewfik Pasha (τούρκος πρέσβης στο Λονδίνο) πολύ εμπιστευτικά εκμυστηρεύτηκε στον Nicolson ότι ο κύριος Βενιζέλος ήταν διατεθιμένος να συζητήσει με την «Πόρτα» για ένα πιθανό σχέδιο αλλαγής μεταξύ Χίου και Μιτυλήνης (γραφή εκείνης της εποχής) για κάποια νησιά των Δωδεκανήσων.
Τον Ιούνιο του 1914, ο Sir Edward Grey ενημερώνει τον Sir E. Goschen (Βρετανός πρέσβης στη Γερμανία):
«Επισήμανα στον γερμανό πρέσβη σήμερα, καθώς μιλούσαμε για την οξεία κρίση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, πριν λίγο καιρό ο κύριος Βενιζέλος θα μπορούσε να σκεφτεί το να δώσει την Μυτιλήνη στην Τουρκία σε ανταλλαγή με τα Δωδεκάνησα, αλλά δεν πρόκειται να δώσει την Χίο. Το αν ακόμα ισχύει κάποια τέτοια πρόθεση δεν το γνωρίζω!!!»
Το συμπέρασμα για τον μετέπειτα ερευνητή είναι ότι τα πολιτικά παιχνίδια, αν και είναι γνωστό ότι υπάρχουν, έχουν άμεση σχέση με τους λαούς, που ναι μεν δήθεν γίνονται για το συμφέρον τους (το καλό τους…) αλλά χωρίς να τους ρωτήσουν…
Το χειρότερο όμως είναι (επαναλαμβάνω) ότι στις συζητήσεις και στα Αλισβερίσια για την τύχη της πριν λίγους μήνες απελευθερωθείσας Μυτιλήνης, εμπλέκονταν και Έλληνες διοικούντες. Αυτό αφήνει μια μεγάλη ψακάδα και πολύ προβληματισμό…
Προφανώς δε και πάνω απ’ όλα δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι, με βάση το τότε Σύνταγμα:
«Η δε παραχώρησις ή ανταλλαγή χώρας εθνικής, ή μεταβάλλουσα τα δικαιώματα ή την εθνικότητα των εν αυτή κατοικούντων πολιτών είναι η βαρυτέρα των θυσιών άς δύναται να ευρεθή εν τη ανάγκη πολιτεία τις να ποιήση, διό και κατά ρητήν διάταξιν του άρθρου 33 του Συντάγματος ουδεμία παραχώρησις ή ανταλλαγή χώρας δύναται να γίνει άνευ νόμου»
(Διομήδους Κυριακού, Ερμηνεία του Ελληνικού Συντάγματος, 1904)
Ιστορικά, αλλά και καθημερινά, θα βοηθούσε πάντα να έχουμε στο μυαλό μας μερικές από τις φράσεις κάποιων μεγάλων Λεσβίων εραστών των γραμμάτων:
Δημήτρης Βερναρδάκης:
«Η αλήθεια μοιάζει με το φάρμακο που είναι πικρό, μα τόσο σωτήριο για τον οργανισμό.»
Στρατής Μυριβήλης:
«Ίσως όταν όλοι μπορέσουν να δουν την ομορφιά της ζωής, ίσως τότες όλος ο κόσμος θα γίνει πρώτα καλός και κατόπι ευτυχισμένος.»
Αργύρης Εφταλιώτης:
«Κι αν δεν έχουμε πειρασμούς να νικήσουμε, πού είναι η αρετή;»
Ελύτης:
«Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια είναι η άνοιξη που δεν έφερες.»
Κι ένα παλιό Μυτιληνιό ποίημα (1889-1890) έλεγε:
«’Η θάλασσα ξηβούρκουση στα ράχτα πά τσή δέρνει,
Τση πάλι ξαναβούρκουση πάλι στα ράχτα δέρνει»
Πάντοτε γράφω και πιστεύω ότι η πολιτική ζωή, τουλάχιστον στην χώρα μας, επαναλαμβάνεται, αλλάζοντας μόνο τα ονόματα (λόγω της παρόδου του χρόνου) και μοιάζει με ημιτονοειδή καμπύλη, μόνο που τα κάτω της είναι μεγαλύτερης έκτασης…
Στο επισυναπτομένο η πλήρη έκδοση της έρευνας με όλα τα αρχεία
(55 σελίδες μέγεθος 7,48 MB)
Ο Μίκος (Μιχάλης) Ν. Πεσματζόγλου γεννήθηκε στη Μυτιλήνη τον Δεκέμβριο του 1954 από γονείς τον Νίκο και τη Νέλλη. Φοίτησε στο 6ο Δημοτικό Σχολείο Μυτιλήνης, ενώ ολοκλήρωσε τις τρεις πρώτες τάξεις του γυμνασίου στο 1ο Γυμνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης και τις τρεις τελευταίες στο 10ο Γυμνάσιο Αθηνών. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές σε Cybernetics και Industrial Mathematics στο Aston University του Birmingham στην Αγγλία.
Στην Ελλάδα, εργάστηκε αρχικά ως υπεύθυνος προγραμματισμού και κοστολογίου στο εργοστάσιο πυριμάχων της εταιρείας Σκαλιστήρη στο Μαντούδι Ευβοίας. Ακολούθως, απασχολήθηκε για πολλά χρόνια στην Bristol-Myers Squibb, όπου ανέλαβε τη θέση του Director Supply Chain and Logistics, συμμετέχοντας παράλληλα σε πανευρωπαϊκές ομάδες της εταιρείας. Αργότερα, διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος σε εταιρεία προηγμένης τεχνολογίας, υλοποιώντας πρωτοποριακές εφαρμογές RFID και GPS στην Ελλάδα. Επιπλέον, ως συνεργάτης και σύμβουλος διαφόρων εταιρειών, καθώς και ως διαπιστευμένος καθηγητής του Derby University, δίδαξε σε σεμινάρια και προγράμματα ιδιωτικών και κρατικών πανεπιστημίων στους τομείς operations και business intelligence.
Συμμετείχε σε διοικητικά συμβούλια ελληνικών και πολυεθνικών εταιρειών (φαρμακευτικές, καλλυντικά, μεταλλευτικές, τεχνολογία) και υπήρξε ομιλητής σε συνέδρια και ημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, με θέματα όπως RFID, προγραμματισμός και διοίκηση. Παράλληλα, ασχολήθηκε ερευνητικά με την ιστορία της Μυτιλήνης, της Σμύρνης (λόγω καταγωγής του πατέρα του) και την Επανάσταση του 1821, δημοσιεύοντας πονήματα και άρθρα. Στην επετειακή έκδοση της Ένωσης Σμυρναίων τον Δεκέμβριο του 2024 συνεισέφερε με δύο κείμενα. Επίσης, έχει έντονο ενδιαφέρον για την αστρονομία, ιδιαίτερα τον ήλιο, και υπήρξε ερευνητής στο Κέντρο Ερευνών Αστρονομίας της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Μίκος Πεσματζόγλου είναι παντρεμένος, με δύο γιους, δύο νύφες και τέσσερα εγγόνια.